4o ΜΕΡΟΣ
..ΟΠΟΥ ΤΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ ΚΙ’ΑΛΛΟ
`
ΑΠΟ ΤΟ 1999, Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΛΕΣ ΚΑΙ “ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ” ΚΑΙ ΟΔΗΓΕΙ ΤΙΣ ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΑΜΕΡΙΚΗ ΤΟΥ ΤΣΑΒΕΣ,ΤΟΥ ΜΟΡΑΛΕΣ,ΤΟΥ ΛΟΥΛΑ,ΤΟΥ ΚΟΡΕΑ,ΤΟΥ ΟΡΤΕΓΚΑ κ.α.
`

1. Πρωτοπορισµός
ία από τις περισσότερο αρνητικές δράσεις της µαρξιστική ς Αριστεράς της Λατινικής Αµερικής και της Καραϊβικής υπήρξε η αυτοανακήρυξή της σε «πρωτοπορία» της επαναστατικής διαδικασίας και σε πολλές περιπτώσεις σε «πρωτοπορία της εργατικής τάξης», αν και αυτή η τάξη ήταν σχεδόν ανύπαρκτη σε ορισµένες από αυτές τις χώρες. Η αποδοχή ότι οι άλλες οργανώσεις ήταν το ίδιο ή περισσότερο επαναστατικές από αυτές και η αποδοχή ενός µοιράσµατος της καθοδήγησης υπήρξε κάτι σχεδόν αδιανόητο για πολύ καιρό.
1098. Από την άλλη πλευρά, δεν κατάλαβαν ότι ο πρωτοποριακός χαρακτήρας µιας διαδικασίας δεν είναι κάτι που αυτοαπονέµεται, αλλά κάτι που το κατακτάς στον αγώνα και ότι δεν υπάρχει πρωτοπορία αν δεν υπάρχουν µετόπισθεν.
| 1099. Σίγουρα δεν γνώριζαν τη διάκριση που καθιέρωνε ο Λένιν µεταξύ της στιγµής της διαµόρφωσης του επαναστατικού κόµµατος ή της επαναστατικής οργάνωσης, δηλαδή όταν προετοιµάζονται τα καθοδηγητικά στελέχη, και της στιγµής που κατακτάται η πραγµατική ικανότητα της καθοδήγησης της ταξικής πάλης. |
Το µεγαλύτερο µέρος των οργανώσεων της Αριστεράς της Λατινικής Αµερικής και της Καραϊβικής δεν κατάφεραν ποτέ να κατακτήσουν αυτή «την πραγµατική καθοδηγητική ικανότητα».
1100. Κάθε οργάνωση διεκδικούσε τον τίτλο να είναι καταχωρισµένη ως η πιο επαναστατική, η περισσότερο σωστή κ.λπ. Αυτό που είχε σηµασία ήταν η σέχτα, το περίβληµα και όχι η επανάσταση. Από εδώ και ο σεχταρισµός στον οποίο εκτράπηκαν οι περισσότερες από αυτές.
1101. Από την πλευρά τους, οι πολιτικοστρατιωτικές οργανώσεις θεωρούσαν ρεφορµιστικά όλα τα κόµµατα που δεν χρησιµοποιούσαν τον ένοπλο αγώνα και αυτά, ιδιαίτερα τα κοµµουνιστικά κόµµατα ορισµένα από τα οποία υποστήριζαν ότι εξ ορισµού δεν µπορούσε να υπάρχει κανένας περισσότερο αριστερά από αυτά -, χαρακτήριζαν υποτιµητικά αριστεριστές όσους βρίσκονταν στα αριστερά τους.
2. Καθετοποίηση και αυταρχισµός
1102. Το στυλ της καθετοποιηµένης καθοδήγησης -που µεταφραζόταν σε αυταρχική καθοδήγηση από τα πάνω, «κατεβάζοντας στη βάση γραµµές δράσης που ήταν έτοιµες από την πολιτική καθοδήγηση ήταν η συνηθισµένη πρακτική. Δεν φρόvτιζαν να πείσουν τον κόσµο για τις προτάσεις που πρόβαλλαν.
1103. Αυτό οδηγούσε σε άλλη παρέκλιση: στην τάση να καταλαµβάνουν τις θέσεις των καθοδηγητικών οργάνων των κοινωνικών κινηµάτων για να τα ελέγχουν από τα πάνω αντί να πραγµατοποιούν µια υποµονετική δουλειά βάσης.
3. Αντιγραφή ξενόφερτων µοντέλων
1104. Μπορούµε να πούµε, µιλώντας γενικά, ότι για πολλές δεκαετίες η Αριστερά εισήγαγε προκατασκευασµένα σχήµατα άλλων επαναστατικών εµπειριών.
1105. Τις περισσότερες φορές οι στρατηγικές επεξεργασίες οικοδοµούνταν όχι ως αποτέλεσµα αναζήτησης ενός δικού τους δρόµου που να ανταποκρίνεται στις ιδιαιτερότητες της χώρας, αλλά µε τη συγκόλληση επί µέρους στρατηγικών στοιχείων που παίρνονταν από διάφορες άλλες επαναστατικές εµπειρίες άλλων περιοχών.
1106. Μας φαίνεται σηµαντικό να επισηµάνουµε ότι τόσο στην Κούβα όσο και στη Νικαράγουα, το Κίνηµα 26 Ιούλη και οι Σαντινίστας, αντίστοιχα, κέρδισαν την ηγεµονία, µεταξύ άλλων, γιατί ήξεραν να µπαίνουν βαθιά στις ευγενικά; και ηρωϊκές εθνικές παραδόσεις.
| Όπως είπε κάποιος, έκαναν την επανάσταση στα ισπανικά και όχι στα ρωσικά. Οι πνευµατικοί τους πατέρες ήταν ο Μαρτί και ο Σαντίνο. |
1107. Πόσο µακριά από αυτό στάθηκαν πολλές αριστερές οργανώσεις της Λατινικής Αµερικής 8Α!
| Τι συµβολίζει για τους λαούς µας το σφυροδρέπανο που φιγουράρει στην κόκκινη σηµαία πολλών κοµµουνιστικών κοµµάτων;Τι σηµαίνει για τους ινδιάνους της Γουατεµάλας το όνοµα του Χο Τσι Μινχ, ακόµη και του Τσε Γκεβάρα, ονόµατα που έχουν πάρει κάποιες αντάρτικες οργανώσεις |
4. Θεωρητικισµός, δογµατισµός, στρατηγικισµός
1108. Ο θεωρητικισµός και ο δογµατισµός έχουν παρουσιαστεί στις πιο διαφορετικές εκδοχές της Αριστεράς: Τόσο στα κόµµατα της παραδοσιακής Αριστεράς όσο και στην αυτοαποκαλούµενη επαναστατική Αριστερά, αν και η σχέση δεν ήταν συµµετρική. Αυτή η τελευταία εµπνεόταν από την Κουβανέζικη Επανάσταση, µια αυθεντικά λατινοαµερικανική διαδικασία, και προσπάθησε να χαράξει δικούς της δρόµους.
1109. Η τάση ήταν να γίνονται θεωρητικές αναλύσεις γενικού χαρακτήρα που δεν µπορούσαν να εξηγήσουν πώς λειτουργούσαν οι συγκεκριµένες διαδικασίες, πράγµα που απέληγε σε πολιτική αγκιτάτσια παρακαταθηκών, που δεν συνέβαλλε στην οικοδόµηση µιας λαϊκής κοινωνικής δύναµης.
1110. Οι συζητήσεις τότε απέβαιναν άκαρπες. Δύσκολα µπορούσε από την αντιπαράθεση πάνω σε ξενόφερτα µοντέλα να επιτευχθεί µια διαλεκτική σύνθεση που να οδηγεί στο ξεπέρασµα των διαφορών. Αντιθέτως, πολλές από αυτές τις θεωρητικές συζητήσεις κατέληγαν σε διαχωρισµούς, σε ακόµη µεγαλύτερες διασπάσεις ανάµεσα στις διάφορες οµάδες.
1111. Αυτό οδήγησε σε δύο λάθη που σε πολλές περιπτώσεις αλ/ηλοσχετίζονταν: από τη µια µεριά, γινόταν η σκέψη ότι έπρεπε να ακολουθηθεί ο δρόµος της ενότητας αποφεύγοντας τις θεωρητικές συζητήσεις· από την άλλη, στον πρακτικισµό, απορρίπτοντας κάθε προσπάθεια να διαµορφωθεί θεωρία πάνω στην πραγµατικότητα. Αυτή η απουσία θεωρίας και θεωρητικής συζήτησης, η ανυπαρξία κριτικής µελέτης των αποτυχηµένων και των επιτυχηµένων εµπειριών δεν έκανε άλλο από το να καθυστερεί την επαναστατική σκέψη στην ήπειρό µας.
1112. Άλλο ένα από τα κακά που µάστιζαν την Αριστερά, και σ’ αυτή την περίπτωση θα έλεγα ιδιαίτερα την επαναστατική Αριστερά, ήταν ο στρατηγικισµός. Διαµορφώνονταν οι µεγάλοι στρατηγικοί στόχοι: ο αγώνας για την εθνική απελευθέρωση και τον σοσιαλισµό, όµως δεν γινόταν µία συγκεκριµένη ανάλυση της συγκεκριµένης κατάστασης από την οποία έπρεπε να ξεκινήσουµε. Ανάµεσα σε άλλα πράγµατα, ξεκινούσαν από την εσφαλµένη εκτίµηση ότι υπήρχε επαναστατική κατάσταση σε όλη τη Λατινική Αµερική και ότι αρκούσε µια σπίθα για να βάλει φωτιά στον κάµπο.
1113. Δεν πιστεύουµε ότι είναι παρακινδυνευµένο να ισχυριστούµε ότι µία από τις αιτίες των δυσκολιών στην προώθηση της ενότητας ανάµεσα στις επαναστατικές δυνάµεις της Λατινικής Αµερικής, καθώς πλέον έχει ξεπεραστεί ο ηγεµονισµός και ο σεχταρισµός και υπάρχει πραγµατική ενωτική θέληση, είναι ακριβώς η απουσία θεωρητικοϊστορικών αναλύσεων γύρω από την πραγµατικότητα της κάθε χώρας, καθώς και της ηπείρου.
5. Υποκειµενισµός
1114. Δυστυχώς, έχει υπάρξει πολύς υποκειµενισµός στην ανάλυση του συσχετισµού των δυνάµεων.
| Συνήθως οι ηγέτες, κινούµενοι από το επαναστατικό τους πάθος, τείνουν να συγχέουν τις επιθυµίες µε την πραγµατικότητα. |
Δεν γίνεται αντικειµενική αξιολόγηση της κατάστασης, υποτιµώνται οι δυνατότητες του αντιπάλου και, από την άλλη, υπερτιµώνται οι δικές τους.
1115. Από την άλλη πλευρά, οι ηγέτες τείνουν να συγχέουν την ψυχική διάθεση των πιο ριζοσπαστικών µελών µε την ψυχική διάθεση των λαϊκών στρωµάτων της βάσης. Υπάρχει η τάση σε όχι λίγες πολιτικές ηγεσίες να κάνουν γενικεύσεις γύρω από την ψυχική διάθεση του λαού ξεκινώντας από τη δική τους εµπειρία, είτε της περιοχής ή του κοινωνικού τµήµατος µέσα στο οποίο λειτουργούν, είτε της αντάρτικης οργάνωσής τους, είτε γενικότερα από αυτά που εισπράττουν από το περιβάλλον τους το οποίο πάντοτε αποτελούν τα πιο ριζοσπαστικοποιηµένα τµήµατα.
1116. Είναι διαφορετική η αντίληψη που έχουν για τη χώρα εκείνοι που δουλεύουν µε τους πιο ριζοσπαστικοποιηµένους τοµείς από την αντίληψη εκείνων που διεξάγουν την πολιτική τους δραστηριότητα ανάµεσα στους λιγότερο πολιτικοποιηµένους τοµείς. Δεν έχουν την ίδια αντίληψη για τη Χιλή τα επαναστατικά στελέχη που δουλεύουν σε µια λαϊκή µαχητική γειτονιά µε αυτούς που δουλεύουν στις µεσοαστικές συνοικίες. Το ίδιο συµβαίνει στις χώρες όπου υπάρχουν ζώνες πολέµου και χώροι πολιτικής. Οι αντάρτες που διεξάγουν πραγµατικές αναµετρήσεις µε τον αντίπαλο, που έχουν αποκτήσει χάρη στις στρατιωτικές τους νίκες τον έλεγχο συγκεκριµένων περιοχών, τείνουν να πιστεύουν ότι η επαναστατική διαδικασία είναι περισσότερο προωθηµένη από όσο θεωρούν εκείνοι που κινούνται στους χώρους της νοµιµότητας στα µεγάλα αστικά κέντρα όπου η ιδεολογική δύναµη και ο στρατιωτικός έλεγχος του καθεστώτος είναι ακόµη πολύ µεγάλοι.
| 1117. Η µόνη εγγύηση για να µη διαπράττουν οι ηγεσίες τέτοια λάθη είναι να εξασφαλίζουν την ικανότητα να αξιολογούν την κατάσταση όχι σε σχέση µε τη δική τους ψυχική διάθεση, αλλά πιάνοντας τον σφυγµό της ψυχικής διάθεσης του λαού, την ψυχική κατάσταση του αντίπαλου, τη διεθνή πραγµατικότητα. Αφού κάνουν αυτή την αξιολόγηση, είναι απαραίτητο να σχεδιαστούν οι γραµµές της δράσης που θα κεφαλαιοποιούν όλη αυτή την κατάσταση. |
1118. Είναι σηµαντικό οι ανώτερες ηγεσίες να µάθουν να ακούν και να αποφεύγουν να προβάλλουν τις προειληµµένες ιδέες τους στις επαφές τους µε τα µεσαία στελέχη και τα στελέχη της βάσης. Αν δεν µάθουν να ακούν -πράγµα για το οποίο απαιτείται µεγάλη δόση επαναστατικής σεµνότηταςκαι την ίδια ώρα δέχονται εσφαλµένες πληροφορίες, αυτό που συµβαίνει ύστερα είναι να κατεβαίνουν γραµµές δράσης που δεν ανταποκρίνονται στις πραγµατικές δυνατότητες κινητοποίησης.
1119. Από την άλλη πλευρά, υπήρξε στην Αριστερά µια τάση αυτοπαραπλάνησης, µε την παραχάραξη των στοιχείων των κινητοποιήσεων, των πολιτικών συγκεντρώσεων, των απεργιών, των δυνάµεων που διαθέτει η κάθε οργάνωση κ.λπ., πράγµα που αργότερα προβαλλόταν σε λανθασµένες γραµµές δράσης επειδή ξεκινούσαν από λανθασµένες βάσεις.
1120. Και δεν υπήρξε µια αυτοεξαπάτηση µόνο ως προς τους αριθµούς, αλλά και ως προς την αξιολόγηση των δράσεων που προσπάθησε να υλοποιήσει η Αριστερά. Αν ο στόχος ήταν µία συγκεκριµένη εκπροσώπηση στο κοινοβούλιο και δεν είχε επιτευχθεί, δεν αναγνωριζόταν ότι απέτυχαν στην υλοποίηση του στόχου, αλλά αναζητούσαν πάντα τον τρόπο παρουσίασης αυτού του γεγονότος ως νίκης. Λεγόταν, για παράδειγµα, ότι αυξήθηκε ο αριθµός των ψήφων σε σχέση µε τις προηγούµενες εκλογές. Αν είχε επιχειρηθεί µια εθνική απεργία και πετύχαιναν µόνο οι τοπικές απεργίες, δεν αναγνωριζόταν η αναποδιά, αλλά γινόταν λόγος για επιτυχία της απεργίας, επειδή σε σχέση µε προηγούµενες απεργίες του ίδιου τύπου είχε επιτευχθεί αύξηση του αριθµού των εργαζοµένων που αρνήθηκαν να εργαστούν κ.λπ,
6. Αντίληψη της επανάστασης ως εφόδου στην εξουσία
1121. Η Αριστερά γενικά είχε µια αντίληψη για την εξουσία που περιοριζόταν στην κρατική εξουσία και η επαναστατική Αριστερά αντιλαµβανόταν την επανάσταση ουσιαστικά ως έφοδο στην κρατική εξουσία και συνεπώς συγκέντρωνε όλες τις προσπάθειές της στη δηµιουργία των όρων για αυτή την έφοδο, παραµελώντας άλλες πλευρές του αγώνα, ανάµεσα στις οποίες τη δουλειά για την πολιτιστική αλλαγή της λαϊκής συνείδησης, έργο που µετατιθόταν για µετά την κατάληψη της εξουσίας.
7. Ανεπαρκής αξιολόγηση της δηµοκρατίας
1122. Για πολλά χρόνια οι οργανώσεις της Αριστεράς, επηρεασµένες από τον τονισµό της δικτατορίας του προλεταριάτου από τον Λένιν -τονισµός που εξηγιόταν από την αναγκαιότητα να νικηθεί η αντεπανάσταση που δεν αποδέχτηκε τους κανόνες του παιχνιδιού τους οποίους η επανάσταση ήθελε να εισαγάγει στη νέα κοινωνία και κατέφυγε στη βοήθεια της παγκόσµιας αντεπανάστασης για να ανακτήσει τη χαµένη εξουσία περιφρόνησαν µια άλλη θέση του: ότι ο σοσιαλισµός έπρεπε να εννοείται ως η δηµοκρατικότερη κοινωνία, σε αντίθεση µε την αστική κοινωνία, που είναι δηµοκρατική µόνο για µια µειονότητα9.
1123. Αυτή η µη κατανόηση γύρω από τη σχέση µεταξύ δηµοκρατίας και σοσιαλισµού αντανακλάται στο λεξιλόγιο που χρησιµοποιούσαν πολλοί από τους ηγέτες της Αριστεράς. Αυτοί αυτοχαρακτηρίζονταν επαναστάτες και χαρακτήριζαν τις άλλες προοδευτικές δυνάµεις της Αριστεράς ως δηµοκρατικές δυνάµεις, σαν να µην έπρεπε ένας ριζοσπάστης επαναστάτης να είναι ταυτόχρονα ένας ριζοσπάστης δηµοκράτης.
1124. Αντί να επανοικειοποιηθούν τη δηµοκρατία, στους λόγους και στην προπαγάνδα τους έδιναν έµφαση στη δικτατορία του προλεταριάτου.
1125. Από την άλλη πλευρά όχι λίγα κόµµατα, που επίσης περιελάµβαναν στα προγράµµατα και στον λόγο τους την έκφραση της δικτατορίας του προλεταριάτου ως στόχο, στον πρακτικό πολιτικό αγώνα πράγµατι υπεράσπιζαν το δηµοκρατικό αίτηµα, όµως δεν µπορούσαν να δηµιουργήσουν δεσµούς ανάµεσα σε αυτόν τον αγώνα και στον επαναστατικό αγώνα για την κοινωνική αλλαγή, παραµένοντας έτσι πίσω από τον αστισµό.
1126. Αυτή η κατάσταση οδήγησε την Αριστερά της µαρξιστικής λενινιστικής παράδοσης να έχει υποτιµήσει το θέµα της δηµοκρατίας. Καταγγέλλοντας σωστά τα όρια της αντιπροσωπευτικής δηµοκρατίας ή τυπικής δηµοκρατίας «καταλήγει να αρνηθεί την ίδια την αξία της δηµοκρατίας10», ξεχνώντας ότι οι δηµοκρατικές κατακτήσεις στο πεδίο αυτό δεν είναι ένα δώρο που χάρισαν οι αστοί, αλλά ο καρπός ιστορικών αγώνων του λαϊκού κινήµατος όπως: ο αγώνας για την καθολική ψήφο, για το δικαίωµα ψήφου των γυναικών, για το δικαίωµα του συνδικαλισµού κ.λπ.
| 1127. «Δεν γίνεται πάντα µια καθαρή διάκριση µεταξύ της τυπκής δηµοκρατίας και της πραγµατικής δηµοκρατίας, στις αµοιβαίες σχέσεις τους, ανάµεσα σε ό,τι πρέπει να απορριφθεί και σε εκείνο που πρέπει να διαφυλαχθεί11». |
1128. Αν είχαν κάτι θετικό οι στρατιωτικές δικτατορίες των δεκαετιών του 1970 και 1980, αυτό ήταν το ότι έκαναν την Αριστερά να δει την αξία που έχει ένα δηµοκρατικό καθεστώς υποκείµενο σε ένα κράτος δικαίου, όσο περιορισµένο και να είναι αυτό.
8. Θεώρηση των κοινωνικών κινηµάτων ως απλών ιµάντων µεταβίβασης
| 1129. Πρέπει να αναγνωρίσουµε ότι έχει υπάρξει µια τάση να θεωρούνται οι λαϊκές οργανώσεις χειραγωγήσιµα στοιχεία, απλοί ιµάντες µεταβίβασης της γραµµής του κόµµατος. |
Αυτή η τοποθέτηση έχει στηριχτεί στη θέση του Λένιν σχετικά µε τα συνδικάτα των αρχών της Ρωσικής Επανάστασης, όταν φαινόταν να υπάρχει πολύ στενή σχέση µεταξύ εργατικής τάξης-κόµµατος της πρωτοπορίας-κράτους.
1130. Ωστόσο λίγοι γνωρίζουν -λόγω του ανιστορικού και µη πλήρους τρόπου που έχει διαβαστεί ότι αυτή η θέση εγκαταλείφθηκε από τον Ρώσο ηγέτη στα τελευταία χρόνια της ζωής του, όταν -εν µέσω της εφαρµογής της ΝΕΠ (Νέας Οικονοµικής Πολιτικής) και των συνεπειών της στο εργασιακό πεδίο προέβλεψε τη γένεση των πιθανών αντιθέσεων µεταξύ των εργαζοµένων στις κρατικές επιχειρήσει; και των διευθυντών αυτών των επιχειρήσεων και υποστήριξε ότι
| τα συνδικάτα πρέπει να υπερασπίζουν τα συµφέροντα της τάξη των εργαζοµένων ενάντια στους εργοδότες χρησιµοποιώντας, αν το θεωρούν αναγκαίο, τον απεργιακό αγώνα που σε ένα προλεταριακό κράτος δεν κατευθύνεται στην καταστροφή του αλλά στη διόρθωση των γραφειοκρατικών παρεκκλίσεών του12. |
1131. Αυτή η αλλαγή πέρασε απαρατήρητη από τα µαρξιστικά λενινιστικά κόµµατα, αυτά που µέχρι πριν από λίγο σκέφτονταν ότι το ζήτηµα του ιµάντα µεταβίβασης ήταν η λενινιστική θέση για τη σχέση κόµµατος-κοινωνικής οργάνωσης.
1132. Αυτή η κακοχωνεµένη θέση εφαρµόστηκε από την Αριστερά στη δουλειά της πρώτα µε το συνδικαλιστικό κίνηµα και αργότερα µε τα κοινωνικά κινήµατα.
| Η καθοδήγηση του κινήµατος, τα πόστα στους καθοδηγητικούς µηχανισµούς, η πλατφόρµα του αγώνα, τελικά τα πάντα, λύνονταν από τις κοµµατικές ηγεσίες και έπειτα κατέβαινε η γραµµή στα κοινωνικά κινήµατα, χωρίς να µπορούν αυτά να συµµετάσχουν στην επεξεργασία για κανένα από τα ζητήµατα που περισσότερο τα αφορούσαν. |
9. Αντίληψη του χριστιανισµού ως οπίου του λαού
1133. Μέχρι τη δεκαετία του 1960 η λατινοαµερικανική Αριστερά, εφαρµόζοντας µε µηχανιστικό τρόπο την εκτίµηση του Μαρξ για τη θρησκεία της εποχής του ως όπιου του λαού, ταύτισε τον χριστιανισµό µε την ιεραρχία της καθολικής εκκλησίας και, λόγω της στήριξής της στο στρατόπεδο της κυριαρχίας, δεν έλαβε υπόψη τις επαναστατικές δυνατότητες του χριστιανισµού στην υποήπειρο µας.
1134. Όµως οι αλλαγές που άρχισαν να συµβαίνουν στην Καθολική Εκκλησία, ξεκινώντας από τη Δεύτερη Σύνοδο του Βατικανού (1962-1965) και που κορυφώθηκαν µε τη Διάσκεψη του Μεντεγίν το 1968, η εµφάνιση της «Θεολογία; της Απελευθέρωσης» και του κινήµατος την «χριστιανικών κοινοτήτων βάσης», στα οποία πρέπει να προσθέσουµε τον ηρωισµό του ιερωµένου Καµίλο Τόρες που έπεσε πολεµώντας στο αντάρτικο του ΕΙΝ της Κολοµβίας13,
| διαφοροποιούν* αυτή την άδικη εκτίµηση για τον ρόλο που µπορούν να διαδραµατίσουν οι χριστιανοί στην επανάσταση14. |
10. Περιφρόνηση του εθνικοπολιτισμικού παράγοντα
1135. Από την πλευρά της η Αριστερά για πολλές δεκαετίες, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις ανάµεσα στις οποίες µπορούµε να αναφέρουµε τους Μαριάτενγκι και Άγια ντε λα Τόρε, αγνόησε το ιθαγενικό φαινόµενο**. Η εφαρµογή του ταξικού ανταγωνισµού στην ινδιάνικη αγροτιά οδήγησε να θεωρείται αυτή ως κοινωνική τάξη που την εκµεταλλεύονται και που όφειλε να αγωνιστεί για τη γη όπως οποιοσδήποτε άλλος αγρότης, αγνοώντας τη σηµασία του εθνικοπολιτισµικού παράγοντα που καθιστούσε αυτό το κοινωνικό τµήµα θύµα διπλής εκµετάλλευσης, το οποίο είχε και µια πατρογονική κουλτούρα αντίστασης στην καταπίεση.
1136. Ένα από τα προτερήµατα του ένοπλου κινήµατος στη Γουατεµάλα τη δεκαετία του 1970 ήταν το ότι έλαβε υπόψη το εκρηκτικό δυναµικό των ινδιάνικων πληθυσµών που αποτελούσαν την πλειονότητα του πληθυσµού αυτής της χώρας.
1137. Σήµερα το επαναστατικό λατινοαµερικανικό κίνηµα έχει αντιληφθεί, από τη µια µεριά, ότι πρέπει να σεβαστεί τη γλώσσα, τις συνήθειες, τη θρησκευτικότητα και τις πολιτιστικές εκφράσεις των ινδιάνων αν θέλει αυτοί να µην το ταυτοποιήσουν ως σύµµαχο των καταπιεστών τους.
| Από την άλλη, έχει καταλάβει το τεράστιο επαναστατικό δυναµικό που περικλείουν αυτοί οι λαοί, που είναι θύµατα οικονοµικής εκµετάλλευσης και πολιτιστικής καταπίεσης. (Σ.Σ. Ρομά; Άλλοι;) |
11. Συµπέρασµα
1138. Στη δεκαετία του 1970, µε τα σκληρά χτυπήµατα που δέχτηκαν και την άνοδο της επαναστατική ς διαδικασίας στην Κεντρική Αµερική, έλαβε χώρα µια γρήγορη διαδικασία ωρίµανσης των ηγετών της Αριστεράς. Άρχισαν να συνειδητοποιούν αυτά τα λάθη και τις παρεκκλίσεις. Αναγνωρίζουµε, ωστόσο, ότι η συνειδητοποίηση δεν µεταφράζεται πάντοτε σε άµεση πολιτική πρακτική. Και είναι φυσικό να συµβαίνει αυτό, αφού απαιτείται κάποιο χρονικό διάστηµα για να ξεπεραστούν συνήθειες που έχουν σηµαδέψει δεκαετίες και να αφοµοιωθούν αυτές οι αλλαγές από τα µεσαία στελέχη και αυτά της βάσης. Παρ’ όλα αυτά είµαστε αισιόδοξοι γιατί σκεφτόµαστε ότι ήδη είναι µεγάλη πρόοδος ότι οι ηγεσίες έχουν αφοµοιώσει κριτικά αυτά τα λάθη του παρελθόντος.
Σ320-Π1138
8Α Ο Νέλσον Γκουτιέρες υποστηρίζει ότι για τη νέα Αριστερά ή τουλάχιστον για ένα τµήµα της, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 ήταν ξεκάθαρη, από τη µια πλευρά, η καθυστέρηση της µαρξιστικής θεωρίας γενικά και η ανάγκη να επικαιροποιηθεί και, από την άλλη, η απουσία µιας συγκεκριµένης γνώσης της λατινοαµερικανικής κοινωνίας.
`
(Παραπομπές:)
9. Υπάρχει δηµοκρατία «για τους πλούσιους και για ένα µικρό στρώµα του προλεταριάτου», ενώ στη φάση µετάβασης ή σοσιαλισµό η δηµοκρατία είναι «σχεδόν πλήρης, περιοριζόµενη µόνο από το τσάκισµα της αντίστασης του αστισµού», Στον κοµµουνισµό, στον οποίο βασιλεύει η αρχή: «από τον καθένα σύµφωνα µε τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα µε τις ανάγκες του», η δηµοκρατία θα είναι «πραγµατικά πλήρης» (V. Lenin, ΕΙ marxismo y el estado, Μόσχα, Progreso, 1980, σ. 28).
10. Adolfo Sanchez Vasquez, «Democracia, revolutio y socialismo», περιοδικό, Τraνesίa, αρ. 1, Μάρτιος 1991, σ. 62.
11. ο.π..
12. Ο Λένιν έλεγε σχετικά: «Δεν µπορούµε να εγκαταλείψουµε µε κανέναν τρόπο τον απεργιακό αγώνα, ούτε µπορούµε να αποδεχτούµε για λόγους αρχής τον νόµο για την υποκατάσταση των απεργιών από την υποχρεωτική µεσολάβηση του κράτους. Από την άλλη πλευρά, προφανώς ο τελικός στόχος του απεργιακού αγώνα κάτω από καπιταλιστικό καθεστώς είναι η καταστροφή του κρατικού µηχανισµού, η ανατροπή της κρατικής εξουσίας µιας δεδοµένης τάξης. Αντιθέτως, σε ένα είδος µεταβατικού προλεταριακού κράτους όπως το δικό µας, ο τελικός στόχος του απεργιακού αγώνα µπορεί να είναι µόνο η ισχυροποίηση του προλεταριακού κράτους και της κρατικής εξουσίας της προλεταριακής τάξης µέσω του αγώνα ενάντια στις γραφειοκρατικέξ παραµορφώσεις αυτού του κράτους. Ενάντια στα λάθη και στις αδυναµίες του, ενάντια στις ορέξεις της καπιταλιστικής τάξης που ξεφεύγουν από τον έλεγχο αυτού του κράτους κ.λπ, [ … [» (Vladimir Lenin, «Proyectos de tesis sobre el papel Υ las funciones de los sindicatos bajo la nueva polίtica ecοnόmica», στο Obras completas, Μπουένος Άιρες, Cartago, 1971, τόµο 36, σσ. 109-110).
13. Ο Καµίλο Τόρες εντυπωσιάστηκε πολύ από την Κουβανέζικη Επανάσταση και την πιο προοδευτική ευρωπαϊκή θεολογική σκέψη: η λεγόµενη «Θεολογία της Απελευθέρωσης» προτείνει την έννοια της «δραστικής αγάπης», υποστηρίζοντας ότι η επανάσταση είναι ο πιο ευρύς και δραστικός τρόπος να πραγµατοποιηθεί η αγάπη και, συνεπής µε τη σκέψη του, εντάχθηκε στο αντάρτικο του ΕLΝ και έπεσε στη µάχη το 1966.
* Οι Σαντινίστας διαφοροποιούνται από αυτή την εκτίµηση της λατινοαµερικανικής Αριστεράς.Σέβονται τη θρησκευτικότητα και αγωνίζονται κατά του σεχταρισµού και των διακρίσεων σε βάρος των χριστιανών. Στον αγώνα κατά του Σοµόσα σηµαντικό ρόλο έπαιξαν πολλοί νεαροί χριστιανοί που δούλευαν σε επίπεδο γειτονιάς µέσα από τις εκκλησιαστικές κοινότητες βάσης. Μέσα στο Σαντινιστικό Μέτωπο υπήρχαν πολλοί χριστιανοί, ακόµη και ιερωµένοι. Το FSLN το 1980 σε µια επίσηµη ανακοίνωση αναγνώρισε επίσηµα τη συµβολή των χριστιανών στην επανάσταση λέγοντας ανάµεσα σε άλλα:
| «Βεβαιώνουµε ότι η εµπειρία µας έδειξε ότι όταν οι χριστιανοί βασίζονται στην πίστη τους ανταποκρίνονται στις αναγκαιότητες του λαού και της ιστορίας: η ίδια τους η πίστη τους εντάσσει στον επαναστατικό αγώνα. Η εµπειρία µας µάς απέδειξε ότι κάποιος µπορεί να είναι πιστός και ταυτόχρονα συνειδητός επαναστάτης, ότι δεν υπάρχει αξεπέραστη αντίθεση ανάµεσα στα δύο» (Σ.τ.Μ.). |
14. Για το θέµα αυτό βλέπε Μ. Hamecker, Estudiantes, cristianos e ίndίgenαs en lα reνοlucίόn, Μεξικό, Sig10 ΧΧΙ, 1987, κεφάλαιο ΧΙ, σσ. 178-218.
* * Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Νικαράγουα, όταν θριάµβευσε η επανάσταση των Σαντινίστας, στο πρόγραµµά τους δεν υπήρχε η παραµικρή αναφορά στους ιθαγενικούς λαούς της χώρας (βλ. Χ. Λόπες Ι Ρίβας, περιοδικό Αλάνα, αρ. 3, Νοέµβριος 2006). Οι Σαντινίστας τους θεώρησαν απλώς (καθυστερηµένους) κατοίκους της χώρας, αγνοώντας τη διαφορετικότητά τους, τις κοινοτικές τους παραδόσεις. Η αντιπαράθεση µαζί τους εξελίχθηκε σε ένοπλη σύγκρουση που υποδαύλιζε η κυβέρνηση Ρήγκαν, διχάζοντας το ιθαγενικό κίνηµα όλης της Λατινικής Αµερικής. Αυτό υπήρξε ένα επώδυνο µάθηµα για τους Σαντινίστας που αναθεώρησαν ριζικά τη στάση τους και παραχώρησαν αυτονοµία, η οποία αντιστοιχούσε στις παµπάλαιες αυτοδιοικητικές παραδόσεις των ινδιάνων. Τα τελευταία ιδίως χρόνια η λατινοαµερικανική Αριστερά εγκαταλείπει τον δογµατισµό, την έλλειψη εµπιστοσύνης προς τους ιθαγενικούς λαούς, την υποτίµηση του επαναστατικού δυναµικού τους, όπως φάνηκε στα κινήµατα και τις εξεγέρσεις των τελευταίων χρόνων, µε αποκορύφωµα την περίπτωση της Βολιβίας. Καταλαβαίνει ότι ο σοσιαλισµός στη Λατινική Αµερική χρειάζεται να συναντήσει τον κοινοτισµό των ιθαγενικών λαών, όπως αναγνώριζε και ο πρωτοπόρος Περουβιανός κοµµουνιστής ηγέτης Χοσέ Κάρλος Μαριάτενγκι (Σ.τ.Μ.).
3ο Μέρος ΚΛΙΚ ΕΔΩ, 1ο και 2ο Μέρος ΚΛΙΚ ΕΔΩ
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)
Σ313-π1138
27/12/2009



















[...] 30 Μέρος ΚΛΙΚ Εδώ , 4ο Μέρος ΚΛΙΚ Εδώ [...]
[...] (5ο Μέρος, συνέχεια από ΕΔΩ) [...]
[...] 4ο Μέρος, 3ο Μέρος, 2ο Μέρος, 1ο Μέρος [...]
[...] Μέρος, 4οΜέρος,5ο [...]